ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ – PHISING

ΕΞΑΠAΤΗΣΗ ΜΕ ΑΛIΕΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΏΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Η τραπεζική κατάθεση έχει τη μορφή της ανώμαλης παρακαταθήκης και συντελείται με την μεταβίβαση της κυριότητας των παρακρατηθέντων στον θεματοφύλακα, ο οποίος έχει την υποχρέωση όταν λήξει η σύμβαση, να αποδώσει στον παρακαταθέτη χρήματα της ίδιας ποσότητας (ΑΠ 1979 439/1979 Πχρ 1979, ΕφΛαρ 136/2002).

Η κυριότητα των παρακρατηθέντων μεταβιβάζεται στο θεματοφύλακα, δηλαδή στην τράπεζα, προς την οποία παρέχεται ταυτόχρονα η πληρεξουσιότητα, με την λήξη της σύμβασης να αποδώσει στον παρακαταθέτη ή σε τρίτο, πράγματα της ίδιας ποσότητας. Στην περίπτωση της ανώμαλης παρακαταθήκης, ως προς το ζήτημα του χρόνου απόδοσης των παρακρατηθέντων, εφόσον δεν υπάρχει σαφής αντίθετη ρύθμιση, έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 827 ΑΚ, σύμφωνα προς την οποία ο θεματοφύλακας (δηλαδή η τράπεζα ή άλλο νομικό πρόσωπο που δέχεται καταθέσεις κατά νόμο), αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει κατά πάντα χρόνο, δηλαδή ακόμα και όταν δεν πέρασε η σχετική προθεσμία (ΕφΑθ 11198/1998 ΕπΕμπΔικ 1998 67, ΕφΑθ 7583/1979 Νοβ 1979 1654, ΠπρωτΘεσ 4288/1983 Αρμ 1985 24). Σε περιπτώσεις ανώμαλης εξέλιξης της συμβατικής σχέσης, η ευθύνη του εντολοδόχου είναι αντικειμενική, καθότι ευθύνεται για κάθε πταίσμα (713 και 714 ΑΚ).

Με άλλα λόγια η σύμβαση τραπεζικής κατάθεσης ανεξάρτητα αν γίνεται υπέρ του καταθέτη, τρίτου ή σε κοινό λογαριασμό, συνάπτεται με την μεταβίβαση της κυριότητας των χρημάτων από τον καταθέτη στην τράπεζα και ταυτόχρονη πληρεξουσιότητα προς αυτήν, να αποδώσει τα κατατεθέντα στον δικαιούχο. Συνέπεια αυτής της λειτουργίας επέρχεται το γεγονός ότι μετά την κατάθεση αποκόπτεται κάθε δεσμός ανάμεσα στον καταθέτη και την κατάθεση, δικαιούχος της οποίας είναι αυτός εκ του οποίου έγινε, και η τράπεζα από τότε που με την παράδοση έγινε κυρία των χρημάτων (ΑΚ 1034) έχει ευθεία υποχρέωση να τα καταβάλλει στον δικαιούχο, όταν και όποτε της ζητηθεί (ΑΠ 432/1990 Δνη 1991:115, ΑΠ 467/1990 ΕΕΝ 1991:179, ΕφΑθ 9146/1989 Δνη 1991:193).

Από την Οδηγία 2015/2366/ΕΕ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς την οποία προσαρμόστηκε η ελληνική νομοθεσία με την θέσπιση του Ν. 4537/2018 όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 5035/2023, προκύπτει ότι δεν υφίσταται γνήσια και εγκεκριμένη συναλλαγή με την τράπεζα όταν ο χρήστης αγνοεί αυτήν και ενεργήθηκε από τρίτο πρόσωπο χωρίς δικαίωμα, ακόμη και αν η συγκατάθεση του χρήστη φέρεται να δόθηκε δήθεν με την μορφή που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών.

Απουσία ευθύνης του παρόχου, δηλαδή της τράπεζας, δεν υφίσταται παρά μόνο κατ’ άρθρο 92: «όταν υπάρχουν ασυνήθεις και απρόβλεπτες περιστάσεις, οι οποίες είναι πέρα από τον έλεγχο του μέρους που τις επικαλείται και των οποίων οι συνέπειες δεν θα μπορούσαν να αποφευχθούν παρόλες τις προσπάθειες για το αντίθετο».

Η περίπτωση λειτουργικού συμβάντος δεν θεωρείται ασυνήθης και απρόβλεπτη περίσταση, καθώς μάλιστα κατά την κοινή λογική η διακοπή λειτουργίας ενός ηλεκτρονικού συστήματος πληρωμών και η έλλειψη ασφάλειας (περίπτωση hacking) αυτού, είναι πάντοτε πιθανόν να συμβούν (245/2022 ΜονΠρΧίου).

Επομένως, κατά τα παραπάνω, σε περιπτώσεις εξαπάτησης, μέσω αλίευσης προσωπικών τραπεζικών δεδομένων (phising), με αποτέλεσμα την πρόσβαση στους τραπεζικούς λογαριασμούς του θύματος από τρίτους και την περιουσιακή του ζημία, το θύμα της απάτης θα πρέπει να προβεί σε άμεσες νομικές ενέργειες, εξώδικες και δικαστικές, προκειμένου να ασκήσει όλα τα δικαιώματα του και να διερευνηθεί κάθε πιθανός τρόπος αντιμετώπισης και αποκατάστασης της ζημίας του.